Για την υπεράσπιση των βουνών και των νερών. Δηλαδή;

Όσο κυλάνε οι μήνες και η «ανάπτυξη» ορίζεται ως στρατηγικός στόχος του ελληνικού κράτους ένα ερώτημα τίθεται με όλο και σαφέστερους όρους: ποια είναι άραγε η αξία των δασών, των βουνών και των ποταμιών; Από πότε οι απαντήσεις αυτού του ερωτήματος συμπεριλαμβάνουν ισοζύγια κερδών και ζημιών και αντιλαμβάνονται τα βουνά και τα νερά ως ένα επενδυτικό πεδίο που θα πρέπει κάθε φορά να αξιοποιείται με βάση τα ζητούμενα περί εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, εκσυγχρονισμού της παραγωγής και βελτίωσης της αποδοτικότητας; Αυτός ο «εξορθολογισμός» του φυσικού κόσμου μετατρέπει δάση, κορυφές και ποτάμια σε ρημαγμένα εργοταξιακά τοπία. Και καθώς τα τελευταία παρθένα οικοσυστήματα χάνονται στο βωμό της κερδοφορίας, εξανεμίζεται και η δυνατότητα των ανθρώπων για μια πιο συμβιωτική σχέση με το φυσικό κόσμο.

 

Το παράδειγμα των Αγράφων

Η οροσειρά της Πίνδου φιγουράρει σε πολλούς πάκους χαρτιών στα συρτάρια επενδυτικών ομίλων και υπουργικών γραφείων: η Ήπειρος και τα σχέδια για εξορύξεις υδρογονανθράκων, τα Μετέωρα και η ιδιωτικοποίησή τους από την εκκλησία, η νότια Πίνδος και η οροσειρά των Αγράφων όπου τα επενδυτικά σχέδια θέλουν την κατασκευή (καταρχήν) δύο αιολικών εργοστασίων με 40 ανεμογεννήτριες (α/γ). Εδώ, από τα 1.600 έως τα 2.000 μέτρα οι θιασώτες της «πράσινης ανάπτυξης» δηλώνουν την αποφασιστικότητά τους για ένα μέλλον ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Δηλώνουν όμως, με θρασύτητα και απληστία, την καπιταλιστική δυνατότητα ακόμα και οι πιο απάτητες πλαγιές και τα πιο παρθένα οικοσυστήματα να αξιοποιηθούν με όρους κέρδους. Τα τρεχούμενα νερά των ποταμιών προβληματικοποιούνται εφόσον δεν παράγουν κέρδος. Η θεσσαλική γη, αφού πρώτα σπάρθηκε με βάση όχι τις δυνατότητές της αλλά τα εκατομμύρια ευρώ των κοινοτικών επιδοτήσεων παρουσιάζεται στερημένη από νερά. Ο Πηνειός έχει μετατραπεί σε αποχετευτικό δίκτυο αλλά μας λένε ότι ο Αχελώος είναι αυτός που θα σώσει την παρτίδα. Ναι, ε; Τα άγρια τοπία, η άγρια ζωή κατασυκοφαντούνται. Οι α/γ στις αγραφιώτικες κορυφές αποτελούν την υλική έκφραση υπέρμετρων φιλοδοξιών για το μέχρι που μπορεί να φτάσουν οι ανθρώπινες και τεχνολογικές δυνατότητες. Την ίδια στιγμή που οι λίγοι κάτοικοι που ξεχειμωνιάζουν στα Άγραφα παραμένουν αποκλεισμένοι από τα χιόνια για μέρες, οι δρόμοι πρέπει να φτάσουν μέχρι τον αυχένα της Νιάλας και το Βοϊδολίβαδο. Και να παραμείνουν ανοιχτοί. Για τους επενδυτές. Ο Τύμπανος, φυσικό καταφύγιο για πληθυσμούς ζώων που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη πρέπει να απαλλαγεί από τα μέτρα χιονιού που τον κρατούν κλειστό. Εκεί προβλέπεται να κατασκευαστεί ο υποσταθμός της ΔΕΗ για μία άλλη αιολική εγκατάσταση στην ανατολική Αργιθέα.

 

Περί ανέμων…

Ο κόσμος της εξουσίας χρησιμοποιεί διάφορες λεκτικές εκφράσεις για να δείξει την περιβαλλοντική του ευαισθησία. Έτσι από την «τρύπα του όζοντος» φτάσαμε στο «φαινόμενο του θερμοκηπίου» και από εκεί στην «κλιματική αλλαγή» και την «πράσινη ανάπτυξη». Η προσθήκη της «πράσινης» μπροστά από την «ανάπτυξη» επιδιώκει να μορφοποιήσει νέες συνειδήσεις και να παντρέψει την καπιταλιστική κερδοφορία με μία συνεχόμενη άνοδο της οικολογίας -ως κοινωνικής απαίτησης – στην πολιτική σκηνή της κεντρικής Ευρώπης. Πρόκειται για ένα νέο κύκλο κερδοφορίας που έχει ανοίξει. Η αιολική ή πράσινη ενέργεια ή οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή ίσως και οτιδήποτε άλλο που μπορεί να έχει σαν δεύτερο συνθετικό την ενέργεια, αποτελούν μία υποσχόμενη μπίζνα. Η αιολική ενέργεια επιπρόσθετα είναι και μία καλοστημένη απάτη. Καθώς η μόνη δυνατότητα αποθήκευσής της είναι σε γιγάντιες μπαταρίες -και δεν υφίσταται ακόμα, μιλάμε για μια ενέργεια εφήμερη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μικρό βαθμό και επικουρικά στις συμβατικές μορφές παραγωγής ενέργειας. Η εναλλακτική είναι να διοχετευτεί στα δεκάδες μικρά υδροηλεκτρικά φράγματα με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης και κάπως έτσι να αξιοποιηθεί ενεργειακά.

Η παραγωγή της ενέργειας διαμορφώνεται με βάση τους κανόνες της αγοράς και όχι τις κοινωνικές ανάγκες. Και σίγουρα όχι με κριτήριο την προστασία του περιβάλλοντος. Από το χρηματιστήριο των ρύπων μέχρι το (σχετικά νέο) χρηματιστήριο της ενέργειας, οι κυβερνώντες στήνουν τις δικές τους αγοραπωλησίες δικαιωμάτων να μολύνουν ή να παράγουν ενέργεια και να την μεταπουλούν με όρους κερδοσκοπικούς.

Το ελληνικό κράτος στα τέλη του Σεπτέμβρη, ανακοίνωσε μέσα από τα χείλη του πρωθυπουργού την πρόθεσή του να κλείσει όλες τις λιγνιτικές μονάδες μέχρι το τέλος του 2028. Μια άφεση αμαρτιών για την ερήμωση και τον καρκίνο που απλώνεται δεκαετίες τώρα στην Κοζάνη και τη Πτολεμαΐδα; Μάλλον όχι. Τη στιγμή που η αιολική ενέργεια παρουσιάζεται ως αντικαταστάτης του λιγνίτη, το ελληνικό κράτος συνεχίζει να ψάχνει πελάτες βάσει ενός ενεργειακού μοντέλου όπως αυτό των υδρογονανθράκων. Το φυσικό αέριο, ένα ορυκτό καύσιμο (μαζί με το κάρβουνο και το πετρέλαιο) βαπτίζεται «ΑΠΕ» και ο πρωθυπουργός εγκαινιάζει νέα εργοστάσια ομίλων όπως αυτός του Μυτιληναίου. Εξάλλου οι επίσημες προβλέψεις θέλουν το φυσικό άεριο, από το 48% της ενέργειας που καλύπτει σήμερα, να φτάσει στο 60%.

Οι υποσχέσεις περί ενεργειακής μετάβασης είναι οι στιγμές που η γλώσσα των αφεντικών συναντά το ψέμα. Δεν έχουμε περάσει με έναν γραμμικό τρόπο από το ξύλο στον άνθρακα, από τον άνθρακα στο πετρέλαιο, από το πετρέλαιο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η ιστορία της ενέργειας μπορεί εν μέρει να κάνει μεταβάσεις αλλά αυτό που την χαρακτηρίζει είναι οι προσθήκες. Πλάι στον άνθρακα το πετρέλαιο, πλάι στο πετρέλαιο η γεωθερμική ενέργεια, η αιολική ενέργεια, το φυσικό αέριο κ.τ.λ. Οι ανεμογεννήτριες δεν θα αντικαταστήσουν ούτε τα ορυκτά καύσιμα, ούτε την πυρηνική ενέργεια. Ζούμε στην εποχή όπου συσσωρεύουμε και δεν αντικαθιστούμε. Ζούμε στην εποχή που αυτή η συσσώρευση υπόσχεται νέες και ανεξάντλητες πηγές κερδοφορίας (τον αέρα και το νερό πρώτα απ΄όλα), επενδεδυμένες με ένα αδιάφορο οικολογικό πρόσημο. Ο λόγος περί κλιματικής αλλαγής χρησιμοποιείται ως ένα πολιτικό εργαλείο. Χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των πληθυσμών, για έναν νέο κύκλο καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτοί που καθορίζουν τις ζώνες προστασίας (βλέπε Natura) είναι και αυτοί που τις αναιρούν ή τις μετατοπίζουν βάσει των -ανα καιρούς- αναπτυξιακών σχεδίων τους με το πρόσχημα ότι το απαιτεί η «εθνική ανάγκη».

 

…και υδάτων

Για τις εταιρείες ο ελεύθερος ρους των νερών είναι σκάνδαλο. Τα μικρά υδροηλεκτρικά, ως μέρος του σχεδίου δημιουργίας αιολικών εργοστασίων στα Άγραφα, θα «φυλακίσουν» ή θα εκτρέψουν τα νερά ποταμιών και ρεμάτων με σκοπό την παραγωγή ρεύματος ισχύος 2MW κατά μέσο όρο (χρειάζονται 65 τέτοια μικρά φράγματα για να παράξουν ενέργεια αντίστοιχη με αυτή του μεγάλου υδροηλεκτρικού της λίμνης Πλαστήρα). Ποτάμια και ρέματα με μεγαλύτερη ή και μικρότερη ροή καθόλη τη διάρκεια του χρόνου, φυσικές πηγές για χωριά και οικισμούς που έχουν αναπτυχθεί γύρω τους και πηγή ζωής για ολόκληρα οικοσυστήματα, θα μετατραπούν σε μία μηχανή που θα χρησιμοποιεί την εφήμερη ενέργεια των α/γ για την παραγωγή απειροελάχιστης ενέργειας.

Τα μικρά υδροηλεκτρικά είναι ένα βήμα προς την ιδιωτικοποίηση του νερού. Με τις «άδειες χρήσης του νερού» που εκδίδει το υπουργείο περιβάλλοντος και ενέργειας στους ιδιοκτήτες μίας γεώτρησης ή, στην περίπτωσή μας, ενός μικρού υδροηλεκτρικού, ο ιδιώτης/επενδυτής ελέγχει την πηγή του νερού (το ποτάμι), και επομένως τον τρόπο και τα άτομα στους οποίους διοχετεύεται το νέρο. Το παράδειγμα της Οξυάς όπου προβλέπεται στη θέση Μελίσσι να κατασκευαστεί ένα μικρό υδροηλεκτρικό είναι χαρακτηριστικό: σε μία πρόσφατη τροποποίηση της απόφασης έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) για το έργο, το σημείο όπου αναφέρεται ότι η λειτουργία του έργου θα διακόπτεται όταν δεν καλύπτονται οι ανάγκες της περιοχής μετατράπηκε σε κατά προτεραιότητα κάλυψη των νομίμως υφισταμένων δικαιωμάτων χρήσης νερού. Δηλαδή όποιος δεν κάνει αίτηση και δεν εξασφαλίσει το «δικαίωμα χρήσης του νερού» δεν θα μπορεί να ποτίζει το μποστάνι του ή το χωράφι του.

 

Το αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο

Πάνω σε μια τέτοια «εθνική ανάγκη» πατάει και το πρόσφατο αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο το οποίο ψηφίστηκε τον Οκτώβρη του 2019. Η προσέλκυση επενδύσεων παρουσιάζεται ως πανάκεια για την οικονομική ανασυγκρότηση και το περιβάλλον μετατρέπεται σε πεδίο ακραίας εκμετάλλευσης. Κρυμμένο πίσω από μια ορολογία που κινείται γύρω από την στοχευμένη δαιμονοποίηση της γραφειοκρατίας (και τις καθυστερήσεις που προκαλεί), το υπουργείο Ανάπτυξης επιδιώκει την άρση των όποιων περιβαλλοντικών περιορισμών ή υποχρεώσεων (μαζί με τα ΦΕΚ ανακηρύξεων περιοχών προστασίας), τα οποία και εμφανίζονται να αποτελούν το μεγαλύτερο πρόβλημα για το κεφάλαιο. Η επένδυση στα Άγραφα θα γίνει το παράδειγμα που ο υπουργός Γεωργιάδης χρησιμοποιεί για την κοινωνική νομιμοποίηση των σχεδίων τους.

 

Για την υπεράσπιση της αγριότητας της φύσης

Και εάν όντως οι «περιβαλλοντικοί περιορισμοί» είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για το κεφάλαιο, καθήκον μας είναι να το κάνουμε ακόμη μεγαλύτερο. Μέσα από τη συμμετοχή και τη στήριξη των αγώνων για την υπεράσπιση του φυσικού πλούτου, των βουνών, των ποταμιών και των θαλασσών. Εφόσον το καπιταλιστικό μοντέλο οργάνωσης του σήμερα δεν επιτρέπει καν την υποψία ότι κάποια μέρη μπορούν να παραμείνουν παρθένα ή απάτητα, εμείς θα συνεχίσουμε να τα υπερασπιζόμαστε ως τέτοια. Να στέκουν εκεί. Για κάποιους και κάποιες ως αναξιοποίητες πηγές κέρδους, για κάποιους άλλους ως περήφανες εικόνες ενός κόσμου επιβλητικού που ζητά το σεβασμό μας.

Συνέλευση για την υπεράσπιση των βουνών

 

* Βουνά, ποτάμια, θάλασσες στα πόδια των εταιρειών…

Εάν το κράτος είναι το ένα μισό της πράσινης ανάπτυξης, το άλλο μισό είναι η εταιρείες. Ήδη επάνω στα βουνά, απ΄άκρη σε άκρη της ελληνικής επικράτειας, κάνουν μπίζνες και πουλάνε πράσινη ιδεολογία. Γι΄αυτό και άλλωστε έχουν λόγο πάνω στο πρόσφατο αναπτυξιακό πολυνομοσχέδιο και μάλιστα με αυτή την απαλλαγμένη -από πολιτικούς χειρισμούς και ισορροπίες- γλώσσα. Στο πλαίσιο της «δημόσια διαβούλευσης» αυτού του νομοσχεδίου η ελληνική επιστημονική ένωση αιολικής ενέργειας, με επιστολή στου υπουργούς Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος ζητά να τεθούν στη συζήτηση για εξαίρεση από τους όποιους περιορισμούς και να δύνανται για αιολικές επενδύσεις περιοχές που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς, περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης, πυρήνες εθνικών δρυμών, οικότοποι του δικτύου Natura 2000, ακτές κολύμβησης κ.α.